En el Valle de Himnos ~ Infine... siamo un quartiere...!!!
Nella Valle degli Inni
~ Por fin ... somos un barrio ...!!!
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Με τη βοήθεια του Πανοικτίρμονος Θεού , από σήμερα είμαστε και πάλι κοντά σας ,μετά από τη διετή απουσία στην μπλογκόσφαιρα.
Με την επιστροφή μας , σας ανακοινώνουμε την διάθεση , να αποκτήσει το ιστολόγιό μας και άλλους συντάκτες για την καλλίτερη ενημέρωση και
πνευματική βοήθεια των αναγνωστών μας .
Παρακαλούνται οι ενδιαφερόμενοι , όπως συμπληρώσουν τη φόρμα επικοινωνίας (κάτω δεξιά).

Σας περιμένουμε με χαρά!

Θεοτόκης
21/11/2014

ΤΕΛΟΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ

Όσο με ωφέλησαν οι αρρώστιες , δε με ωφέλησε η άσκηση που , σαν μοναχός , έκανα τόσα χρόνια.
Γέρων Παΐσιος

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Το μαρτύριο του Αγίου Θεοδώρου του Βυζάντιου Πολιούχου της Μυτιλήνης και της νήσου Λέσβου

17 Φεβρουαρίου

από το βιβλίο «Ο Άγιος Θεόδωρος ο Βυζάντιος
Πολιούχος Μυτιλήνης» του κ. Γ. Π. Σωτηρίου
…Κρίνομεν σκόπιμον να μεταφέρωμεν εκ του βιβλίου «Ακολουθίαι και μαρτύρια»(*), και τούτο, ίνα διασωθή το αρχικόν και αυθεντικόν κείμενον(το μαρτύριο του Αγίου Θεοδώρου του Βυζάντιου Πολιούχου της Μυτιλήνης και της νήσου Λέσβου την μνήμη του οποίου η Εκκλησία γεραίρει την 17η Φεβρουαρίου) το όποιον εγράφη κατά πάσαν πιθανότητα υπό του λογίου μοναχού Νοεφύτου του Χίου ο όποιος συνώδευσεν τον Άγιον εις την Μυτιλήνην.
«...Μετά τεσσάρας ημέρας της εν Μυτιλήνη διαμονής του ο μοναχός απήντησε δύο χριστιανούς ερχόμενους από το φρούριον και αφού τους ηρώτησε, τω είπον «Πάτερ, σήμερον είδομεν ένα νέον καλούμενον Θεόδωρον, όστις εμαρτύρησε δια την πίστιν του Χριστού μας' εκρέματο εις την αγχόνην, και όλον το πλήθος των ανθρώπων έφριξε και εθαύμασε την ανδρείαν και σταθεράν πίστιν αυτού του νέον ήτο εις την ηλικία έως είκοσιν ετών». Ο ζηλωτής αδελφός από την χαράν του εδάκρυσε και αφού τον ηρώτησαν, τους απεκρίθη. «Πράγμα ήκουσα, όπερ δεν το ήλπιζα, εις τοιούτον καιρόν, ότε επλήθυνεν η κακία, να γίνωνται δια τον Χριστόν μάρτυρες!». Τότε αυτοί ήρχισαν και διηγούντο εν προς εν τα μαρτύρια του μάρτυρος Θεοδώρου. Ο καλός ούτος αδελφός μαθών ταύτα, αυτήν την νύκτα υπήγεν εις το φρούριον, και είδε το μαρτυρικόν σώμα του μάρτυρος Θεοδώρου κρεμάμενον ακόμη εις τον τόπον της καταδίκης, ημίγυμνον, με τόσα μαρτυρικά στίγματα καταπληγωμένον, και τόσην χάριν της αγιότητος εστολισμένον και διαλάμπον, και πάντες οι χριστιανοί βλέποντες ελυπούντο, και εθαύμαζον, και έλεγον ότι είναι παρόμοιον κατά το είδος και την σεβασμιότητα με την αποκαθήλωσιν του δεσπότου Χριστού, και παρρησία υπήγαινον νέοι και γέροντες, έκοπταν από το υποκάμισον αυτού κομμάτια, τα έβαφαν εις το αίμα και τα έπαιρναν χάριν ευλάβειας».
Τα καθέκαστα δε του μαρτυρίου του, κατά την διήγησιν των εκεί παρόντων δύο χριστιανών, είναι τα ακόλουθα:
Την πέμπτην ημέραν της α' εβδομάδος της μεγάλης τεσσαρακοστής επαρουσιάσθη ο μάρτυς Θεόδωρος εις τον κριτήν της Μυτιλήνης, και τον ηρώτησεν, αν αυτός είναι ο κριτής αυτού του τόπου, ο δε απεκρίθη, ότι εγώ ειμί, ο μάρτυς τω είπεν θαρραλέως, «και εγώ είμαι ορθόδοξος, ο χριστιανός Θεόδωρος, όστις προ δέκα ετών αποπλανηθείς, εδέχθην και ελαβον την κίβδηλον και βδεληράν οθωμανικήν Θρησκείαν σας- ήδη δε ήλθον να την αποδώσω και αναλάβω την ιδίαν μου πίστιν». Και ευθύς εξέβαλε, το όποιον εφερεν εις την κεφαλήν του οθωμανικόν κάλυμμα, έρριψεν αυτό ενώπιον αυτού του κριτού, εξέσχισε τα πράσινα περικαλύμματα αυτού, και τα κατεπάτησε πολλάκις προς περιφρόνησιν, εξουθένωσιν και αποστροφήν της θρησκείας αυτού. Ο δε κριτής εκπλαγείς, βλέπων την τοσαύτην παρρησίαν αυτού του νέου, ηρώτησε τους παρεστώτας, τις είναι ούτος; Αυτοί δε είπον ότι είναι φρενοβλαβής, ο μάρτυς υπολαβών είπεν, ότι δεν είναι φρενήρης, άλλ' έχει σώας τα φρένας, είναι Χριστιανός ορθόδοξος, χριστιανός εγεννήθη, και χριστιανός θέλει αποθάνει. «Ιδού είδες και ήκουσες, και έμαθες ότι είμαι χριστιανός, και ότι αρνούμαι την Θρησκείαν σας, αποτέλεσαν το ταχύτερον πάν διανοούμενόν σου προς απαλλαγήν μου, είπεν εις τον κριτήν, και είμαι έτοιμος να υπομείνω με την δύναμιν του Χριστού μου πάσαν απόφασίν σου». Τότε οργισθέντες οι εκεί παρεστώτες επίσημοι Οθωμανοί, απέστειλαν αυτόν εις το παλάτιον του Ναζήρου, ωθούντες και μαστίζοντες ανηλεώς, αλλ' ούτος εις ουδέν λογιζόμενος αυτάς τας τυραννίας, ωμολόγει εις τους καθ' όδόν συναντομένους χριστιανούς, ότι είναι χριστιανός, και ως τοιούτος εζήτει συγχώρησιν. Φθάσαντες δε εις το παλάτιον του Ναζήρου, παρευθύς έβαλον αυτόν εις την φυλακήν και τους μεν πόδας αυτού εδέσμευσαν, εις δε τον λαιμόν έθεσαν βαρείαν άλυσιν, και πας Οθωμανός εισήρχετο εντός της φυλακής, εμάστιζε και εχλεύαζεν αυτόν ως φρενήρη, και εις πάντας ωμολόγει ότι είναι χριστιανός, και έχει τας φρένας σώας και υγιείς.
Την επιούσαν ημέραν, Παρασκευήν της αυτής εβδομάδος, ώραν έκτην της μεσημβρίας, τυραννικώς έφερον τον μάρτυρα προς εξέτασιν και ηρώτων, αν ήλθεν εις το νουν του, προς ον υπέσχετο δώρα πολλά_και μεγάλα και ό,τι άλλο πολύτιμον θέλει, αλλά να έλθη εις την θρησκείαν των. Ο δε μάρτυς απήντησεν ούτω, «Και τον νουν μου υγιή έχω και την ομολογίαν μου σταθεράν και αμετάτρεπτον σεις είσθε μωροί και χωρίς νουν. Τι με πειράζετε και με δοκιμάζετε, εν ω ενώπιον σας μέμφομαι και βλασφημώ την πίστιν σας. Αφίνετε σεις την πίστιν σας και γίνεσθε χριστιανοί; λοιπόν πώς ν' αφήσω εγώ την του ηλίου φαεινοτέραν και αγίαν πίστιν του Χριστού μου, και να έλθω εις την ιδικήν σας την σκοτεινήν και άνομον, οίτινες ποιείτε την ημέραν νύκτα, και την νύκτα ημέραν, και την νηστείαν σας πολυφαγίαν και αυτό το ραμαζάνι σας, και εγώ ηπατήθην, και έγινα ετερόδοξος, γνωρίσας δε την μετ' αυτής απάτην και πλάνην, εις ην υπέπεσα, μετεμελήθην, και ομολογώ ότι είμαι χριστιανός, αποστρέφομαι και την πίστην και τον προφήτην σας και όλους υμάς, και δια την αγάπην του Χριστού μου προσφέρω την ζωήν μου και τα πάντα καταφρονώ, τι με φυλάττετε και δεν με φονεύετε;» Τότε διέταξεν ο Ναζήρης, ο γενιτσάραγας και όλοι οι εκεί παρόντες να εκβάλωσι τον μάρτυρα δια να μην τους κόλαση, και ούτω δια πολλών μαστιγώσεων έφερον εις την φυλακήν, έβαλον αυτόν εις τα δεσμά, αφήσαν τας θύρας της φυλακής ανοικτάς και αφού υπέφερε τριακόσιας μαστιγώσεις εις τους πόδας του, επέτρεψαν και εις πάντα άλλον Οθωμανόν να εισέρχηται και μαστιγώνη αυτόν, συγχρόνως άλλοι δέκα πέντε Οθωμανοί εμαστίγουν τούτον αδιακρίτως εκατέρωθεν του σώματος του και εκύλιον ως ασκόν άφωνον. Ο μάρτυς υπομείνας ταύτα πάντα γενναίως και σιωπηλώς, δεν έλεγεν άλλο, ει μη, χριστιανός είμαι, και καθήμενος, υποστάς σκληρούς ραβδισμούς, έθεσε την δεξιάν παλάμην της χειρός του επί του τραχήλου, όπως τιμωρηθή και αυτό το δάκτυλον, δι' ου εγένετο η κατάδειξις της αρνήσεως του. Μετά ταύτα, βαλόντες εις τους κροτάφους της κεφαλής αυτού δύο τεμάχια κεράμου έδεσαν αυτά με σχοινίον τόσον δυνατά, ώστε παρεβίασαν τους βολβούς των οφθαλμών του να εξέλθωσιν της θέσεως των και το πρόσωπόν του να στρέφη όπισθεν, πλην ο του Χριστού στρατιώτης έλεγε, «χριστιανός, χριστιανός, χριστιανός είμαι». Οι δε θηριόγνωμοι Οθωμανοί, δια να επιβάλωσιν εις τον μάρτυρα σιωπήν, έβαλον εις το στόμα του μίαν ράβδον, έσφιγγον δυνατά τους οδόντας του, και αποσύροντες αυτήν βιαίως, έσπασαν μερικούς οδόντας και κατέστησαν αυτόν ημιθανή εις την φυλακήν.
Την πρωΐαν του Σαββάτου μεταβάς χριστιανός τις υπηρέτης της φυλακής, εύρε τον μάρτυρα ψάλλοντα «τη υπερμάχω», όστις λαβών παρ' εκείνου μελανοδοχείον, έγραψε προς τον αρχιερέα όπως τω αποστείλη την θείαν Κοινωνίαν, την οποίαν και δια του ιδίου χριστιανού έλαβεν ο μάρτυς, μετά ταύτα εγεύθη και δύο χουλιάρες μανέστραν, την οποίαν εζήτησεν από τον χριστιανόν, και ευχαριστήσας αυτόν είπε, «Δεν είναι τρόπος να μεταβή τις εις την φυλακήν δια παρηγορίαν μου;» Ήλθον συγχρόνως αρκετοί Οθωμανοί εις την φυλακήν, και εξετάζοντες, επέφερον εις αυτόν πολλά βάσανα.
Γεώργιος δε τις Θεσσαλονικεύς, νέος τη ηλικία, αναγινώσκων πολλάκις τα μαρτύρια των παλαιών μαρτύρων, έλεγε κατ' ιδίαν «αρά γε είναι αληθή αυτά τα μαρτύρια όλα; άρά γε υπέμειναν αυτοί οι μάρτυρες τόσα βάσανα, καθώς και ο συνώνυμος μου Γεώργιος;» Άπορων περί τούτων, και άκουσας τας βασάνους του μάρτυρος τούτου, είπεν εις τίνα φίλον του, ότι επεθύμει να υβρισθή με τίνα ίνα φέρωσιν αυτόν εις την φυλακήν και ίδη τον μάρτυρα.
Μαθόντες δε τούτο οι δημογέροντες, έπεμψαν τον εισπράκτορα του βασιλικού φόρου να ζήτηση φόρον, και ειδοποίηση αυτόν να μεταβη εις την φυλακήν να ίδη και παρηγόρηση τον μάρτυρα, όστις μεταβάς εύρεν εις την φυλακήν αρκετούς Οθωμανούς και ετυράννουν διαφοροτρόπως τον Θεόδωρον και εξήταζον αυτόν που διέμεινε τόσα έτη, ο δε Θεόδωρος έλεγεν ότι ήτον εις την Αγγλίαν ο Κολτσίπασας (ήτοι ο υπαστυνόμος) τω απήντησεν «οι ιερείς της Αγγλίας σοι είπον να υπάγης εκεί, όπου έγινες Οθωμανός, να γίνης παλιοχριστιανός;» Ο μάρτυς είπε, ναι, εκείνος δε αναστενάζων μανιωδώς έλεγεν «ας ήτον εις χείρας μου εκείνος ο ιερεύς, ήθελον εκβάλει από την ράχην του αρκετάς λέρας, τώρα, μιαρέ, πόθεν ήλθες;». Ο μάρτυς απεκρίθη, από την θάλασσαν. Τότε τις εξ εκείνων των Οθωμανών εζήτησε να έλθη άλλος Οθωμανός, γνωρίζων να επιβολή εις την κεφαλήν του μάρτυρος σχοινίον, και μάθη ν' αποκρίνηται την αλήθειαν, έθετον υπό την ρίνα του καπνόν και έλεγον «Πίε καπνόν, τσιφούτ(τουρκιστί)». Εις εξ αυτών εκπυρώσας καπνοδοχείον, έκαιε το όπισθεν του λαιμού του, λέγων «βλασφημείς την πίστιν». Ο μάρτυς έλεγεν «δεν αισχύνεσθε, άθλιοι, εις τα γελοιώδη επιχειρήματα σας; ουδέν αυτών ταράττει την απόφασίν μου και ομολογίαν μου, εγώ εγεννήθην εκ κοιλίας, μητρός χριστιανής, χριστιανός θα αποθάνω και Θεόδωρος, και αν δεν θέλητε να βλασφημώ την πίστιν υμών, μήτε υμείς λέγετε τι περί της εμής άγιας πίστεως. Το σώμα μου κείται εις την εξουσίαν υμών ποιήσατε αυτό κατά την υμετέραν θέλησιν, και αν εις τεμάχια διαμελίσετε και φάγητε, μιας εβδομάδος μόλις έσεται βρώσις. Ποιήσατε ο,τι αρεστόν υμίν, και τον σκοπόν καταστήσατε το ταχύτερον τετελεσμένον και εμέ αναπαυμένον». Εκείνοι δε έλεγον τω μάρτυρι κατά την οθωμανικήν διάλεκτον «ο ενταύθα αποστείλας σε ιερεύς δεν σε εβεβαίωσε και περί του τόπου της ψυχής σου;». Ο μάρτυς απεκρίνετο, «τούτο δεν δύνασθε υμείς να γνωρίζετε». Τότε δε θυμώ πυρούμενοι, εμάστιζον και ηπείλρυν τον μάρτυρα, αλλ' αυτός γενναίως και απτοήτως εζήτει την ταχυτέραν εκτέλεσιν της απειλής αυτών, και την εις τον Ιησούν Χριστόν μετάβασίν του, και εκείνοι μεν θύμου πληρούμενοι, ανεχώρησαν αυτός δεν έμεινε μετά του Γεωργίου, όστις καθίσας πλησίον τον, εζήτει ευλογίαν και συγνώμην, καταφιλών τους πόδας του. Ερωτηθείς δε υπό του  Άγιου πώς ονομάζεται, απεκρίθη, ότι ονομάζεται Γεώργιος, και δια την αγάπην αυτού προσήλθεν.  Ο μάρτυς ευχαριστήσας αύτω είπεν «καλώς ποιήσατε αδελφέ, και ήλθατε προς παρηγορίαν μου, διότι όλην αυτήν την νύκτα ήμην μόνος μου, και κατά σατανικήν συνέργειαν κατέλαβε την καρδίαν μου φόβος πολύς, ώστε μικρόν να υποκύψω εις απόγνωσιν, διότι οι Αγαρηνοί ως κύνες λυσσώμενοι, ώρμησαν κατ' εμού».  Τότε ο αγαθός Γεώργιος υπενθυμίσας το μαρτύριον των εις την κάμινον του πυρός ριφθέντων τριών Παίδων, τα μαρτύρια των μεγαλομαρτύρων Γεωργίου  και Δημητρίου,  εχαροποίησεν αυτόν, όστις ερωτηθείς περί του ονόματος,  του τόπου της καταγωγής και των γονέων και του αίτιου του μαρτυρίου, απήντησεν όλα τα προλαληθέντα κατ' ακρίβειαν, και ζητήσας παρ΄ αυτού μελανοδοχείον και χάρτην, έγραψε προς τον αρχιερέα του τόπου να ειδοποιήση τον εν Χίω, πνευματικόν του εξομολόγον, συνάμα δε έγραψε και εις τους γονείς του.
Εν τω μεταξύ τούτω εξήλθε φήμη ότι προς εμπαιγμόν του μάρτυρος πρόκειται να κόψωσι τους πόδας αυτού εκ των γονάτων. Μαθών δε τούτο ο εκεί τοπάρχης διεκοίνωσεν προς τον Οθωμανόν δικαστήν λόγους ονειδιστικούς, ως αγνοούντα τον νόμον, ότι παραχρήμα με την έκφρασιν της κατά του Μωάμεθ βλασφημίας ώφειλεν να καταδικάση εις θάνατον τον μάρτυρα, και ουχί να αφήση αυτόν βλασφημούντα.  Ταύτα δε μαθών ο δικαστής ανεκάλεσε τούτο. Ταυτοχρόνως εισέρχεται εις την φυλακήν οικείος τις του τοπάρχου, και είπε τω μάρτυρι, «μωρέ, δεν δίδεις το σαλαβάτι, τουτέστι την μαρτυρία της θρησκείας μας, τώρα έχουν να σε χαλάσουν». Αλλ' ο μάρτυς υψώσας την κεφαλήν, ύβρισε και αυτό το σαλαβάτι, και τον Μωάμεθ, και την πίστιν των. Έτερος δε τις ανώρθωσε το όπλον του να κτυπήση τον μάρτυρα, και άλλος ημπόδισε λέγων ουδεμίαν εξουσίαν έχεις να φονεύσης αυτόν. Μετ' αυτούς εισήλθαν και άλλοι πολλοί λέγοντες τω μάρτυρι, ότι ήλθεν η ώρα του, αλλ' ο μάρτυς ευχαριστήσας, εδόξασε τον Θεόν, και ηρώτησε τον  Γεώργιον,   αυτός  δε είπεν  αυτώ,   λέγε  το, «μνήσθητί μου Κύριε εν τη βασιλεία σου». Οι δε Αγαρηνοί τότε, ως άγριοι λύκοι ώρμησαν κατ' αυτού και ήρχισαν να δένωσι τας μαρτυρικάς χείρας του. Ο μάρτυς σταθείς ατρόμητος, και τα πάντα εις ουδέν λογιζόμενος, είπεν εις τους Αγαρηνούς, «σταθήτε, σταθήτε», και τότε ποιήσας τρις το σημείον του σταυρού, έδεσε μόνος τα επιμάνικα ταυ, υποκαμίσου του επί του τραχήλου του ωσάν να ητοιμάζετο εις αγώνα πάλης. Τότε είπεν εις  τους Αγαρηνούς,  «δέσατε  τώρα  τας χείρας μου». Ότε δε έμελλον να σηκώσωσι τούτον, απέσυρε τις την επί του λαιμού αυτού τεθειμένην άλυσιν τόσον σκληρά, ώστε μικρόν έλειψε να κοπή ο λαιμός αυτού. Ο μάρτυς δε, ως άνθρωπος, πονέσας, εζήτησε να εκβάλωσιν πρώτον τους πόδας του εκ του δεσμοξύλου, και τούτου γινομένου, ανορθωθείς έτρεχεν ο αοίδιμος προθυμότατα εις τον τόπον της καταδίκης. Και εκεί φέροντες αυτόν εμαστίγωσαν ανηλεώς και σκληρώς και έρριψαν εν τη γη ημιθανή. Ανορθώσαντες δε πάλιν τούτον οι ασεβεις, ηρώτων τις είναι και πώς ονομάζεται.   Εκείνος δε μόλις αναπνέων εκ των πολλών βασάνων, τοις απεκρίνετο, ότι είναι χριστιανός,  ονομάζεται  Θεόδωρος,  και χριστιανός αποθνήσκει.  Τότε δε φευ! οι ασεβείς ούτοι έσυρον το σχοινίον της αγχόνης, ούπερ τμηθέντος, πεσών ο μάρτυς κατά γης εκτύπησε το γόνυ, εξ ου και αίμα πολύ έρρευσε, και εντοιαύτη καταστάσει όντα, οι ασεβείς Αγαρηνοί ανώρθωσαν πάλιν αυτόν και έθεσαν επί του λαιμού του σχοινίον, και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον ποθούμενον του μαρτυρίου στέφανον.  Το δε αίμα τρεις ημέρας αδιακόπως εστάλαζεν εκ του  γόνατος του αθλητικωτάτου και μαρτυρικού σώματος του. Μετά δε την απονέκρωσίν του συνήρχοντο παντοχόθεν χριστιανοί, και μετά μεγίστης ευλάβειας πλησιάζοντες τω σώματι του μάρτυρος, έκοπτον έκαστος μέρος του χιτώνος αυτού, έβαπτον αυτό εν τω μαρτυρικώ αίματι και εφύλαττον αυτό εις τας οικίας των χάριν αγιασμού. Πολλοί δε εξ αυτών εκήρυττον και ωμολόγουν ότι, πίνοντες εκ του αποστάγματος αυτού του αίματος, και εν κατανύξει επικαλούμενοι την αντίληψιν του Αγίου, εθεραπεύοντο.
Μετά παρέλευσιν δε τριών ημερών, λαβόντες άδειαν παρ' εκείνης της τοπικής εξουσίας, έλαβον και το μαρτυρικών λείψανον του Αγίου εκείνοι οι ευλαβείς χριστιανοί, εκήδευσαν αυτό με την προσήκουσαν εκκλησιαστικήν παράταξιν, και ενταφίασαν αυτό εντός μιας εκκλησίας, της πόλεως Μυτιλήνης, καλούμενης Παναγίας Χρυσομαλλούσης...».
Χάριτι θεία, το σεπτόν Λείψανον του Αγίου ευρέθη, ακέραιον μετά παρέλευσιν τριετίας, κατά την ανακομιδήν αυτού. Ο μάρτυς του Χριστού Θεόδωρος, είχε κατακτήσει προ πολλού την αγάπην και τον σεβασμόν των Λεσβίων. Ήδη, μετά την πιστοποίησιν της αγιότητας του και δια της αφθαρσίας του μαρτυρικού σώματος αυτού, ο νεομάρτυς κατέλαβεν εξέχουσαν θέσιν εις την χορείαν των Άγιων της νήσου και εις τας συνειδήσεις των πιστών.

Πηγή : www.zoiforos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου